Ματραλής: 1963
«Ραντεβού στου Ματραλή»: Η τρίλεξη αυτή φράση που για δεκάδες χρόνια ακούγονταν από χείλη Βραχωριτών, έποικων Αγρινιωτών και παρεπιδημούντων δεν θα ξανακουστεί. Το καφέ – ζαχαροπλαστείο Ματραλή – πέρασε στα σύνορα της παρελθοντολογίας.
«Τέλος εποχής για τον Ματραλή» διάβασα σε κάτι σπαράγματα του τύπου και είναι γεγονός, ότι οι αλλαγές των εποχών σβήνουν τα παλιά ονόματα και σαν χώρος ύπαρξής τους είναι πια οι ασπρόμαυρες εικόνες στα ξέφωτα της μνήμης. Το ιδιαίτερο δε χαρακτηριστικό είναι η στιγμή της διαδοχής τους. Από τη μία το παρελθόν που επιμένει ν” αντανακλά τη νοσταλγία μέσα από τις βουερές αναμνήσεις για το κάλλος που παρήλθε. Από την άλλη, η εξέλιξη και η πρόοδος αφαιρεί από το περιεχόμενο της ζωής, την συγκίνηση και τις θύμισες που επέρχονται με γογγυσμούς του αισθητηριακού μας κόσμου. Επί μέρες τώρα ακούγεται ένα μελαγχολικό θρόισμα από πλήθος Αγρινιωτών λες και χάσανε κάτι δικό τους. Για τους έχοντας όμως σχέση με το βίο του καταστήματος που παρήλθε, είναι δύσκολος ο λόγος της θλίψης. Διστάζει να εκφραστεί, φοβάται μήπως ακουστεί σαν αναφιλητό, σαν σκέψεις που βγάζουν σκοτάδι και σιωπούν στον ήμερο πόνο τους, μακριά από την κοινωνική αμεριμνοθυμία της νέας εποχής. Εποχής, που ό,τι προ εκατό ετών ήταν κατεύθυνση ζωής, σήμερα είναι αναδρομική συντήρηση και νοσταλγία χαμένων μορφών. Μια νοσταλγία μελαγχολική, μια σκόνη «ωραίας εποχής» που άφησε την αύρα της στον νεωτεριστή χρόνο και στην μεγαθυμία όσων έζησαν μαζί του «τα μακρινά και τα φευγάτα».
Όμως, πέρα από τα λαμπρά και κούφια της μνήμης λόγια που επιφέρουν ρωγμές συναισθημάτων, η αναδρομή που τολμούμε πάνω – στο ύστατο – αποτύπωμα του Βραχωρίτικου παρελθόντος – καφενείον Ματραλή – είναι μια βουτιά στην τοπική μας ιστορία, όπου η ερμηνευτική της κοινωνίας κριτική, εξετάζει ποικιλοτρόπως το διακύβευμα της λήθης. Τον βίο και την πολιτεία του, το πώς διαμόρφωσε την κοινωνική του ταυτότητα κι έγινε – σημείο αναφοράς – για το Αγρίνιο.
Για το πώς οι αναμνήσεις των πολιτών συνδέονται με τον συγκεκριμένο χώρο και την μακροχρόνια βίωσή του, με όλο το κοινωνικό φάσμα της πόλης μας, από την εποχή της δημιουργίας του, μέχρι την αποφράδα ημέρα 14 Σεπτέμβρη του ’14.
Οι δύο από τους Αδελφούς Ματραλή, ο Αλέξης και ο Γάκιας, στην εξορία (1946). Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπάρχει αφιέρωση και διατηρούμε την ορθογραφία της: «Χαρισμένη στη Λιάνα μας για να εκπληρωθεί ο πόθος της και να θυμάτε την εξορία μας στην Ικαρία και το χοργιό… Εμείς δε της γράφουμαι να κάνι υπομονή και όλλα θα περάσουν και θα ξαναρχήση πάλι η παλιά και καλή ζωή μας… (Γάκιας)
Μετά τον θάνατό του, ο Κώστας Ματραλής ή Ποδάρας, μαζί με τ’ αδέλφια του, Αλέκο ή Καμπούρη και Γάκια ή Χαλήμπεη, κατέβηκαν στη πλατεία Μιχ. Μπέλλου όπου στο σπίτι του Λαλάκη Ψύχα ανοίξανε καφενείο μαζί, με γευστικά προϊόντα από ζάχαρη.
Για την επαγγελματική επιβίωσή τους, αφιέρωσαν όλη την παραγωγική περίοδο της ζωής τους, σ’ εποχές μάλιστα που χαρακτηρίστηκαν από γεγονότα και καταστάσεις με σημασία.
Στη διαταξική κοινωνία του μεσοπολέμου οι αφοί Ματραλή πορεύθηκαν με την κοινωνική συλλογικότητα που θεωρούνταν το αντίπαλο δέος της καθεστωτικής τάξης. Έξω πάσης αστικής επιρροής, δεν υπέκυψαν σ’ εκδουλεύσεις κι εκβιασμούς, έζησαν στις παρυφές της ευδαίμονος ζωής και χάρη στην εργατικότητά τους, το ήθος και την κοινωνικότητά τους, κατέστησαν την επιχείρησή τους κόσμημα στην γευστική αγορά της καπνούπολης. Την ρομαντική εκείνη εποχή κατά πώς τη λένε, η κοινωνική σκηνή της πόλης δεν ήταν όπως σήμερα, σκηνή κοινοτοπίας, αδιαφορίας και απάθειας, αν και μαστίζονταν από οικονομική κρίση. Δεν θριάμβευε η πτωχοαλαζονεία, αλλά ο λόγος ο αλληλέγγυος και εγερτικός που έδινε συνείδηση σε κάθε φιλοπρόοδη ενέργεια. Έτσι ο κοινωνικός στοχασμός για την ταξική ακτινογραφία της κοινωνίας ήταν διαβασμένο βιβλίο για τα λαϊκά στρώματα, πόσο μάλλον για την πολιτεία του – καφενείου Ματραλή – που σ’ εποχή γεμάτη προκαταλήψεις, κατάφερε με τις δικές του δυνάμεις να ισορροπήσει ανάμεσα στο σημαντικό και στο δημοφιλές και να σταθεί όρθιος στην εποχή των μεταλλάξεων κατά την άποψη γηραιάς Βραχωρίτικης μνήμης, που σαν γαβριάς στα χίλια εννιακόσια τόσα… έφαγε λουκουμάδες στο υπόγειό του.
Στην ανασκόπηση αυτή μιας εποχής που τα μεσότοιχα των κοινωνικών τάξεων ήταν ευπαθή και ο καθένας από το μετερίζι του πάλευε για αξιοβίωτη ζωή, οι φωλιασμένες αναμνήσεις των Αγρινιωτών και ο τύπος της εποχής, βγάζουν στο φως τα ξεχασμένα σε κάποιο ρείθρο της μνήμης γεγονότα που λένε ότι:
Στη πλατεία Μιχ. Μπέλλου το «καφενείο Ματραλή» μαζί με το «Παλλάδιο» των Αφών Σύρμου, ήταν τα κοσμικότερα κέντρα της πόλης, όπου οι θαμώνες τους ζούσαν τον κόσμο των αισθήσεων. Στο «Παλλάδιο» με αποικιακό ένδυμα συναθροίζονταν ο ιδιωτικός πλούτος και στου Ματραλή αντάμωνε η δημόσια φτώχεια. Στο πρώτο, ως και η φαφούτα έτρωγε κυδώνι, ενώ στου Ματραλή ούτε γιαλμάς. Στο «Παλλάδιο» οι έχοντες και κατέχοντες εξωτερίκευαν τον ψυχισμό τους με χοροεσπερίδες, όπου ο ποιητής Αθ. Γεράκης υπόγραφε τις προσκλήσεις προς την «καλλιτέραν μερίς της κοινωνίας». Στου Ματραλή αντίθετα, μηρυκάζανε τις προσδοκίες τους κάνοντας τους στοχασμούς τους ιστία της ιδεολογίας τους και σε στιγμές αυτοσαρκασμού, παρέφραζαν άδοντας τ’ άσματα των αστών:
«Θα σε πάρω να φύγουμε / μακριά στη Ρωσία / που είναι όλα ελεύθερα / κι έχουν λαοκρατία».
Συνιδεάτες της δικαιοσύνης και της ομορφιάς οι πελάτες του, αναζητούσαν στις συντάξεις τους τη γνώση και την αλήθεια για το ήθος της κατατονικής κοινωνίας. Ήταν άτομα φορτωμένα μέλλον απ’ όλες τις τάξεις, πίνανε τον ερατεινό τους σε καφεδόμπρικο που έφτιαχνε στη χόβολη ο αντιλκιώτης Ταμπής Μήτσος Καφρίτσας, που ολομόναχος στον κόσμο είχε το καφενείο σαν σπίτι του. Με την καφεΐνη τροφοδοτούσαν με υπομονή την επιμονή τους για λευτεριά, ισοτιμία και δημοκρατία.
Όποιος έμπαινε στο καφενείο αυτό, πέρναγε στα σύνορα που άρχιζε η συνειδητοποίηση του ανήσυχου πολίτη και μαζί με τους ομόγνωμους του, αναζητούσαν τον ορισμό της ζωής. Δεν ασχολούνταν με περιττές ανάγκες, τις θεωρούσαν δημιουργήματα της πλαστής πραγματικότητας αμφισβητώντας το ισχυρό στάτους της εξουσίας έως ότου στη γερμανική κατοχή, δεκάδες πελάτες του ν’ ακολουθήσουν των ανταρτών τις στράτες. Τότε το καφενείο Ματραλή στοχοποιήθηκε ως «γιάφκα των κομμουνιστών». Το μαγαζί αυτό διαμορφώθηκε μέσα στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι, ήταν βουτηγμένο στα γεγονότα, ήταν η περιπέτεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που βρέθηκε στο επίκεντρο της ιστορίας.
Στην καταχνιά της κατοχής και στου εμφύλιου τα πάθη, ο μεγαλύτερος αδελφός Κώστας ή Ποδάρας, ο γίγαντας αυτός με την άδολη ψυχή και την παιγνιώδη αθυροστομία του, δεινοπαθούσε φυλλάσσοντας τις οικογενειακές αξίες. Νυχτοήμερα μόνος στο μαγαζί χρηστοπάλευε για τον επιούσιο τριών οικογενειών γιατί τ’ αδέλφια του Αλέκος και Γάκιας, φύλαγαν στην Ικαρία σαν εξόριστοι, τις θερμοπύλες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η νέα αστική τάξη που προέκυψε (Μαυραγορίτες, δοσίλογοι, κλεπτοκράτες, ταγματασφαλίτες) έβαλαν στόχο την εκμηδένιση των ηττημένων από την κοινωνία της εθνικοφροσύνης. Έτσι οι πολιτικές αντιθέσεις ξαναμέστωσαν στα ταπεινά ένστικτα την εχθροπάθεια του διχασμού και ο κοινωνικός ιστός ξανακομματιάστηκε και οι ταμπέλες εθνικόφρων – κομμουνιστής ήταν το πασπαρτού ή για ευδαίμονα ζωή ή για μαρτύριο ψυχοσωματικό.
Όποιος είχε φάκελο «κοινωνικών φρονημάτων» ήταν απόβλητος από τον κόσμο της εργασίας, η ζωή δεν του ανήκε. Εκατοντάδες αντιστασιακοί που στην απελευθέρωση στεφανώθηκαν τη δόξα από τον λαό, βιοπορίζονται εξασκώντας τα επαγγέλματα που απεχθάνονταν το λούμπεν στοιχείο της εθνικοφροσύνης.
Έτσι η πελατεία του Ματραλή μεγάλωνε, όπως η αδικία. Οι πολεμήσαντες τον κατακτητή, με βαμμένα τ’ αντάρτικα μπουφάν στο χρώμα της αεροπορίας, στοιβάζονταν στου Ματραλή όπου μ’ ένα ούζο ή καφέ εξιστορούσαν τ’ αρνητικά της χαμοδουλειάς που έκαναν με περηφάνεια. Όταν δε τους πίκραινε η κατάντια τους, γλύκαιναν τον καημό τους μ’ ένα μπακλαβά πολίτικο και την πολιτική τους δίψα δρόσιζαν με μια γκαζόζα Παξινού ή λεμονάδα Φλοράλ του Πιστιόλα ή πορτοκαλάδα «Μπόμπα» του Μπαρχαμπά. Συζητούσαν πάντοτε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της έμμισθης ρουφιανιάς αδιαφορώντας αν την επομένη περνούσαν από το τμήμα ασφάλειας «διά υπόθεσήν τους». Στο «καφενείο» λοιπόν του Ματραλή, στο Σοβιετικό αυτόν τομέα του Αγρινίου για τους μπατίδες του δοσιλογισμού που κυβερνομανούσαν, αντάμωναν άτομα που ο τράχηλός τους δεν δέχονταν ζυγό ασχέτως ταξικής καταγωγής και γι’ αυτό ίσως άντεξε έως το 1963 όταν ο νέος ιδιοκτήτης, κυνηγός – άκοπου πλουτισμού – κατεδάφισε την οικία Ψύχα όπου στεγάζονταν. Στη νέα πολυτελή αίθουσά του πια ο Ματραλής ξεδίπλωσε τον επιχειρησιακό του ορίζοντα, γράφοντας καινούριες σελίδες ιστορίας γύρω από τα ζαχαρώδη προϊόντα που ικανοποιούν την γεύση και κατ’ επέκταση όλες τις αισθήσεις. Έφερε από την Κρήτη μάστορα ζαχαροπλαστικής, που χάρη στην τεχνική του κατάρτιση τα προϊόντα του, κατέστησαν τον Ματραλή μετρ στην ποιοτική ζαχαρώδη γεύση στην Αιτωλοακαρνανία και όχι μόνο.
Στην πολυτελή αίθουσά του οι εσωτερικές βιτρίνες ήταν ένα σκέτο εκθετήριο πολύμορφων γλυκισμάτων που βλέποντάς τα πάθαινες σιελόρροια. Τι να πρωτοδιαλέξεις; Πάστα σεράνο, κορμό αμυγδάλου, νουγκατίνα, σοκολατίνα ή σουλτάν καταΐφ; Οι μανιώδεις δε καπνιστές λιγουρεύονταν λαίμαργα το συροπιαστό πολίτικο μπακλαβά, το Κοπεγχάγη και καταΐφ. Τα παγωτά του έγιναν γευστική ανάγκη όταν η κρέμα, το μπολ, η κασάτα ή το σπέσιαλ δρόσιζαν την διψασμένη επιθυμία. Βλέποντάς τα κανείς, δεν μπορούσε, παρά να γλείψει τα χείλη του. Η ευχαρίστηση αυτή των πελατών για τον Ματραλή, γίνονταν χαμόγελο ικανοποίησης που εξαφάνιζε τις γεμάτες ιστορίες ρυτίδες του προσώπου του. Το ζαχαροπλαστείο λοιπόν αυτό έγινε ενέδρα, όχι μόνο για τους γλυκατζήδες αλλά και για τους ρομαντικούς, όταν κάθε βράδυ μετά το σινεμά γέμιζαν με αδημονία τη μικρή πλατεία, όπου μαζί με το παγωτό, το σουλτάν καταΐφ ή το μπακλαβά τους, απολάμβαναν και το «χάδι αέρος νυκτός φθινοπώρου», μεγαλώνοντας τις νύχτες τους, κάνοντας τους ένοικους των ξενοδοχείων ύπνου, να ξενυχτούν μαζί τους απορώντας για το καθημερινό ξενύχτι των Αγρινιωτών. Δόξες λοιπόν το αγαπημένο στέκι των Αγρινιωτών και κοντά στο λυκαυγές ο σερβιτόρος Ιωάννου, να τελαλίζει απ’ την πλατεία την ύστατη παραγγελιά της νύχτας, στον Γάκια που είχε τ’ αυτιά του δούγα: «τέσσερες Σεράνο, τρεις Σουλτάνες, έξι παγωτά και τέσσερα ουζάκια, Γάκια το δικό μου με παγάκια» τον άκουγε και ο Ποδάρας κουνώντας απειλητικά το κεφάλι του ψιθυρίζοντας τροπάρια.
Δόξες το μαγαζί στη δεκαετία των μεγάλων γεγονότων. «Βία και νοθεία το ’61, θρίαμβος της Δημοκρατίας το ’63 και με την αποστασία, άρχισαν ξανά τα τετριμμένα της ανήθικης εξουσίας. Στοίβα το πατάρι του Ματραλή από νεολαία, που κραύγαζε σε δρόμους και πλατείες το «ένα, ένα, τέσσερα» και το «ο Λαμπράκης ζει» και μαζί τους οι Αφοί Ματραλή ζούσαν την άνοιξη της ζωής τους, όπως και η ηττημένη τάξη που άρχισε να νιώθει ξανά το χτυποκάρδι της ιστορίας, ότι η εξουσία έρχεται. Αμ δε! Αυτή άργησε μια δεκαετία, κι αφού ξανάνιωσαν ψυχόκορμα τα ξηρονήσια, τις φυλακές και τη φάλαγγα, ο λαός έγινε εξουσία το ’81.
Τότε στο στέκι της αριστεράς χάθηκε, η προπολεμική ομορφιά των ταπεινών, η λαϊκή ηθικότητα διαβρώθηκε απ’ όσους έχασαν τα νιάτα τους κυνηγώντας τ’ όνειρο. Μεταλλάχθησαν και κουρασμένοι έτρεξαν στην αγκαλιά του κήρυκα που τους υποσχέθηκε να κάνει πράξη τ’ όραμά τους. Έτσι στα ναυαγισμένα χρόνια της μεταπολίτευσης, το «καφέ – ζαχαροπλατείο Ματραλή» έχασε την αίγλη του και ο «νοητός ήλιος της δικαιοσύνης» βασίλεψε στη φωταψία του πράσινου ήλιου, όπου στη λεωφόρο της ουτοπίας ο παραπλανημένος λαός έπνιξε την ψυχή του σε ψεύτικη πραμάτεια, ενώ η φαυλότητα και η διαφθορά έγιναν αξιακές αρχές.
Στο τριαντακονταετές «πασοκαριάτο» σύντροφοι τσακώθηκαν, αδέλφια χώρισαν. Γκρούπες, αχτίδες, υπαχτίδες, οπορτουνιστές και σαλταδόροι της αριστεράς έτρεξαν στο στέκι του σοσιαλισμού για την αυτοβελτίωση του ατομικού τους συμφέροντος, ενώ στο πάλαι ποτέ στέκι τους οι εναπομείναντες παραδοσιακοί ανδρώνες, δεν μεταλλάχθηκαν, πελαγοδρομούν στ’ αφροκύματα της συντροφικής απάθειας και της παρακμής. Έτσι, σιγά – σιγά, σιωπηλά, περήφανα και στωϊκά οι Ματραλέοι, αφού πρόλαβαν να ζήσουν την ευγηρία τους στα γεράματά τους, άφησαν το αποτύπωμά τους στο μέλλον.
Ματραλής: 2014
Αριστείδης Μπαρχαμπάς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου