Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Περπατώντας στις ράγες

Χθες το ιατρείο τελείωσε νωρίς. Πρότεινα στην Ρούλα να πάμε στην Ειδομένη. Η δουλειά μας απέχει μόλις λίγα λεπτά από κει.
Χωρίς ρόλο· αυτόν του ιατρού και της νοσηλεύτριας. Χωρίς πολιτική σκέψη· έτσι, σκέτα.
Ο δρόμος γύρω καταπράσινος· οι πασχαλιές ανθισμένες· ο ήλιος ολόγιομος. Και κάθε λίγο, νησίδες από σκηνές με ανθρώπους, στην αυλή του ξενοδοχείου, στο βενζινάδικο πιο κάτω, στην άκρη του δρόμου. Σαν σκουπίδια στα μάτια μου, σε αυτή την τόσο όμορφη ημέρα.
Φτάσαμε. Εκεί με περίμενε ο Γιαννέας. Ταχυδρόμος, κάτοικος Ειδομένης. Το σπίτι 50 μέτρα από τον σταθμό. Μας έκανε έναν ελληνικό καφέ. Πιάσαμε την κουβέντα. Μας μίλησε για τον φόβο του. Κάθε βράδυ κοιμάται μαζί με το παιδί. Το όπλο λίγο πιο δίπλα. Τα περιστατικά με τους πρόσφυγες καθημερινά, άλλα ευχάριστα, άλλα δυσάρεστα. ‘’Είναι πάνω από 20.000. Και δεν πρόκειται να φύγουν από δω’’, μου είπε. ‘’Ξέρεις ότι δεν είμαι ρατσιστής. Όμως δεν πάει άλλο’’.
Μπροστά στο δρόμο περνούσαν μικρές παρέες και έσπρωχναν κάδους σκουπιδιών. O Γιαννέας μού εξήγησε ότι τους χρησιμοποιούν για τις μεταφορές τους. Κλαδιά δέντρων και ξύλα, ρούχα, τρόφιμα. Πολλές φορές μπαίνουνε μέσα και τα παιδιά.
Φύγαμε. 1ο μέτρα πιο κάτω ένα χαμόσπιτο έγινε γραφείο για συνάλλαγμα. Απέναντι το φαγάδικο ενός γνωστού. Δεν μπήκα να χαιρετήσω. Είχε δουλειά. Λίγο πιο κάτω ο σταθμός. Εκεί συναντήσαμε τον Γιώργο. Τον προσέλαβαν ως σικιουριτά, να φυλάει τον σταθμό.
Μόλις μας είδε, μας χαιρέτησε και ξεκίνησε να μας αφηγείται όλα όσα βιώνει εκεί. Παράλληλα, περπατούσαμε.
‘’Bλέπεις εκείνους τους 2 με τα μούσια;’’, μου λέει, ‘’ψάχνουν να βρουν ποιος έσπασε το τζάμι της εκκλησίας. Μουσουλμάνοι είναι, αλλά θεωρούν πως πρέπει να πληρώσει αυτός που το έκανε. Δεν σεβάστηκε την πίστη μας’’.
‘’Εδώ, δεξιά, στις ράγες των τρένων, είναι μαζεμένες διαφορετικές φυλές. Είναι οι πιο επικίνδυνοι. Αφγανοί, Ιρακινοί, Αλγερινοί, Μαροκινοί, παίζουν ξύλο, μαχαιρώνονται -εμείς απλά βλέπουμε. Δεν τους πειράζουμε, δεν μας πειράζουν’’.
’Εδώ μπροστά από τις (χημικές) τουαλέτες είναι που πήγαν να βιάσουν το κορίτσι. Θα το είδες στις ειδήσεις’’.
‘’Εκεί, στο βάθος, απέναντι, είναι το υδραγωγείο. Λούζονται, όπως βλέπεις, περιμένουν στην ουρά’’.
‘’Στέφανε, είναι φανατικοί ως προς την θρησκεία τους. Έχω εντυπωσιαστεί. Όχι σαν εμάς. Σκέφτομαι που καμιά φορά κορόιδευα την γυναίκα μου που πήγαινε εκκλησία. Τώρα καταλαβαίνω πόση σημασία έχει’’.
‘’Από το σπίτι δεν θέλουν να είμαι εδώ. Φοβούνται. Και γω, η αλήθεια. Όμως χρειάζομαι τα λεφτά’’.
Η φωνή του Γιώργου ακουγόταν σαν αντίλαλος στ᾽ αυτιά μου. Λες και ερχόταν από μακριά. Οι εικόνες ήταν τόσο δυνατές. Κάθε ανοιγόκλειμα των ματιών και μία φωτογραφία.
Του ζήτησα να περπατήσουμε στις ράγες. Ήθελε να μας συνοδέψει. Αισθανόταν ότι μας προστάτευε.
‘’Εδώ, πάνω στις ράγες, έβαζαν σίδερα, Στέφανε. Περνούσαν τα τρένα και τα έλιωναν. Έτσι γινόταν αιχμηρά και με αυτά ξυρίζονταν. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ευρηματικοί είναι’’.
Συνεχίσαμε να περπατάμε. Κάτω πέτρες ακανόνιστες, στο πλάι σταματημένα βαγόνια, στιβαγμένες ψυχές· και οι σκηνές; Μικρές, γεμάτες, πολύχρωμες, βρώμικες, παντού.
Ξάφνου, ανοίγει το φερμουάρ μίας κούτσικης σκηνής. Πετάγεται από μέσα το μικρό κεφαλάκι ενός μικρού κοριτσιού. Τα μαλλιά μπούκλες, το στόμα γεμάτο -κάτι έτρωγε, το βλέμμα σε μένα. Ήμουν εγώ το σκουπίδι στα δικά της μάτια. Τόσο ξένος στην καθημερινότητά της.
Και έμεινα να την κοιτάζω, για δευτερόλεπτα. Ένα κεφαλάκι να προεξέχει από μία γαλάζια λερωμένη σκηνή. Σαν κουκλοθέατρο. Κουνούσε το κεφάλι πέρα δώθε. Και η Ρούλα, δίπλα, σιωπηλή. Να μην βγάζει άχνα. Μονάχα του Γιώργου η φωνή συνέχισε να ακούγεται, περιγραφική, σαν μουρμούρα ένα πράγμα.
Χαιρετηθήκαμε. Επιστροφή.
Ο δρόμος γύρω καταπράσινος· οι πασχαλιές ανθισμένες· ο ήλιος ολόγιομος. Σαν σκουπίδια στα μάτια μου. Και πίσω μου μια όμορφη ημέρα, να κρατά δειλά το κεφαλάκι της έξω από τη σκηνή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου